Καθώς ξεκίνησε ήδη η αντίστροφη μέτρηση για τις επόμενες Δημοτικές και Νομαρχιακές εκλογές, έντονες είναι οι κοινωνικές διεργασίες σε πολλές πόλεις της Δυτικής Αθήνας।Η αναφορά σε διεργασίες που συντελούνται σε επίπεδο κοινωνικής βάσης και όχι ηγεσίας δεν είναι τυχαία. Αντικατοπτρίζει κατά τη γνώμη μου, την τεράστια απόσταση που χωρίζει τις κάθε λογής τοπικές «ηγεσίες» αλλά και προβεβλημένα «στελέχη» τους από τις πραγματικές ανάγκες και τις αγωνίες ενός ολόκληρου κόσμου που για την ώρα παρακολουθεί σιωπηλά την πορεία μετάλλαξης του θεσμού της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Ότι «οι πόλεις μας αλλάζουν» δεν επιδέχεται αμφισβήτησης. Προς πια όμως κατεύθυνση; Αν η υλοποίηση ορισμένων έργων υποδομής που εξελίσσονται και κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν μπορεί να αρνηθεί, αρκούσε από μόνη της για να σηματοδοτήσει την προοδευτική πορεία μιας πόλης, προσωπικά δεν θα είχα καμιά αντίρρηση να προσυπογράψω τα διαφημιστικά κλισέ των φωτιζόμενων επιγραφών ορισμένων Δημοτικών Αρχών. Η προοδευτική εξέλιξη μιας πόλης όμως δεν μπορεί ποτέ να είναι συμβατή με τη συντηρητική μετάλλαξή της. Η Ευρωπαϊκή ήπειρος - και όχι μόνον - είναι πλήρης από πόλεις με ολοκληρωμένες υποδομές και διαλυμένη κοινωνική συνοχή. Η «πρόοδος» ως αδιαπραγμάτευτο πρόταγμα κάθε σκεπτόμενου δημοκρατικού πολίτη είναι σχεδόν πάντοτε συνώνυμη με το ισχυρό κοινωνικό κράτος, τον περιορισμό των ταξικών ανισοτήτων, την ισότιμη ένταξη και το σεβασμό των δικαιωμάτων των μειονοτήτων, την περιβαλλοντική προστασία, την ενεργό συμμετοχή όλο και περισσότερων πολιτών εκεί που λαμβάνονται οι αποφάσεις.
Αν συντηρητικές Διοικήσεις και αντιλήψεις κυριαρχούν εδώ και χρόνια σε μια σειρά από Δήμους της Δυτικής Αθήνας δεν είναι τόσο λόγω της «ακτινοβολίας» των κατά τόπους Δημάρχων ή του «έργου» το οποίο έχουν επιτελέσει, αλλά κυρίως επειδή κατόρθωσαν να επιβάλλουν ιδεολογικά μια άλλη στάση ζωής που συνοψίζεται στο ρητό «μην ασχολείστε, φροντίζουμε εμείς για εσάς».
Μια πόλη χωρίς ουσιαστική διακίνηση ιδεών, χωρίς καν Δημοτική Βιβλιοθήκη (!!), χωρίς θεσμούς πραγματικής λαϊκής συμμετοχής είναι ουσιαστικά μια νεκρή πόλη. Σε μια τέτοια πόλη εκείνο που ακτινοβολεί είναι οι αξίες της «απόσυρσης», της ιδιώτευσης, του ατομικού «ονείρου», της αυταπάτης ότι κάποιοι, μακριά από εμάς, μπορούν πιο αποτελεσματικά να διαχειριστούν τις τύχες μας, χωρίς εμάς. Σε μια τέτοια πόλη, μια Δημοτική Αντιπολίτευση που εστιάζει λόγου χάρη την κριτική της στους «όρους δανεισμού» και όχι στην υπερχρέωση του Δήμου είναι παντελώς ακίνδυνη. Μια Αντιπολίτευση που αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στο «ριζοσπαστισμό» και τη «συναίνεση για το καλό της πόλης» είναι τόσο ενοχλητική όσο και μια Αντιπολίτευση που πασχίζει να δικαιώσει την ορθότητα του «ορθόδοξου» δόγματος «πέντε κόμματα, δύο πολιτικές».
Αυτό που σήμερα χρειάζεται μια πόλη δεν είναι η εμμονή σε πρακτικές και σε υποψηφιότητες προσώπων που παρά τον έντιμο και αξιοπρεπή τρόπο με τον οποίο πολιτεύθηκαν, δυστυχώς απέτυχαν να πείσουν. Δεν είναι ο αγώνας για μια «ρεβάνς» που μοιάζει πιο πολύ μ’ ένα «πουκάμισο αδειανό». Ούτε ασφαλώς εξυπηρετεί τίποτε η προβολή θεμιτών κατά τ’ άλλα φιλοδοξιών και η επίκληση φράσεων όπως «νέες εποχές» ή «ριζοσπαστικές αλλαγές» αν κανείς δεν προσδώσει σε αυτές συγκεκριμένο κοινωνικό, πολιτικό και ταξικό περιεχόμενο.
Πολιτική δε γίνεται ούτε με πείσματα, ούτε με απλά συνθήματα που μπορούν να υιοθετηθούν από τον οποιονδήποτε όσο αυτά παραμένουν ουδέτερα και άχρωμα.
Η πολιτική έχει πάντοτε χρώμα. Προϋποθέτει ρήξεις και συγκρούσεις και κυρίως απαιτεί ξεκάθαρες απαντήσεις σε υπαρκτά διλλήματα:
Είμαστε υπέρ της πλήρους ή της μερικής απασχόλησης;
Συμφωνούμε ή διαφωνούμε με την ιδιωτικοποίηση συγκεκριμένων τομέων της Αυτοδιοίκησης, όπως η καθαριότητα;
Αν συναινούμε σήμερα στο κλείσιμο των «ζημιογόνων» Δημοτικών Επιχειρήσεων, πώς αύριο θα αντιπαρατεθούμε πειστικά στο κλείσιμο ή το ξεπούλημα της «ζημιογόνας» Ολυμπιακής;
Είναι κινηματικό ή διακοσμητικό το περιεχόμενου που δίνουμε σε θεσμούς συμμετοχής των πολιτών όπως τα Δημοτικά Διαμερίσματα ή τα Τοπικά Συμβούλια Νέων;
Ποιο μοντέλο ανάπτυξης αντιπαραθέτουμε απέναντι σε μορφές «Σύμπραξης Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα» που παραπέμπουν σε πολιτισμικά γκέτο τύπου «Μπουρναζίου»;
Είναι πρόσκαιρη ή διαχρονική η αντίθεσή μας στους αποχαρακτηρισμούς κοινόχρηστων χώρων πρασίνου;
Από τις απαντήσεις σε τέτοιου, διλληματικού τύπου ερωτήματα προσδιορίζεται η στάση μιας σιωπηλής προοδευτικής πλειοψηφίας που αναζητά διέξοδο απ’ το «μονόδρομο» των συντηρητικών αντιλήψεων.
Εν τέλει, το πραγματικό διακύβευμα στις επόμενες Δημοτικές εκλογές δεν είναι απλώς η «νίκη» για να δικαιωθούν προσωπικές στρατηγικές αλλά η συγκρότηση μιας πειστικής εναλλακτικής πρότασης που θα συγκρούεται με τις νεοφιλελεύθερες αντιλήψεις κυριαρχίας της αγοράς στην πόλη, που θα επενδύει στην ανάπτυξη κοινωνικών κινημάτων, που θα υπερασπίζεται το δημόσιο χώρο και το δημόσιο και δωρεάν χαρακτήρα των κοινωνικών αγαθών, το δικαίωμα μα και την υποχρέωση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης να ισχυροποιεί καθημερινά το δικό της αποκεντρωμένο Δίκτυο Δημοτικής Κοινωνικής Πολιτικής.
Μια τέτοια προσέγγιση βέβαια προϋποθέτει υπέρβαση των σημερινών Δημοτικών «Παρατάξεων» και ανασύνθεση του χώρου της αυτοδιοικητικής Αριστεράς σε μια σειρά από Δήμους της Δυτικής Αθήνας. Αναγκαία και ικανή συνθήκη γι’ αυτό είναι η συμπόρευση και συνεργασία ευρύτερων αριστερών, ριζοσπαστικών και προοδευτικών δυνάμεων μέσα και κυρίως έξω από τις αίθουσες των Δημοτικών Συμβουλίων, στη βάση προγραμματικών συγκλίσεων για μια «άλλη», ριζικά «διαφορετική» πόλη που θα αμφισβητεί στην πράξη την κυριαρχία του «ιδιωτικού» πάνω σε κάθε τι «δημόσιο». Που θα αντιπαρατίθεται καθημερινά με το νέο-φιλελευθερισμό, με την ασυδοσία της αγοράς αλλά και κάθε «αγοραία» αξία που θυσιάζει στο βωμό των επιχειρηματικών υπερκερδών το δικαίωμα κάθε πολίτη όχι απλώς να επιβιώνει αλλά να ζει.
Που θα αρθρώνει οικολογικές δράσεις και πολιτικές απέναντι σε ένα συγκεκριμένο μοντέλο «ανάπτυξης» που αδιαφορεί για την διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και την καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος επειδή το μόνο για το οποίο ενδιαφέρεται είναι η συσσώρευση κερδών.
Που, ξεκινώντας από τις ίδιες τις Υπηρεσίες του Δήμου, θα αρνείται έμπρακτα τις λογικές «ευελιξίας της αγοράς» που πίσω από τα φληναφήματα περί «ευαλφάλειας» («flexicurity») εισάγουν τις λεγόμενες «ευέλικτες μορφές απασχόλησης», (Συμβάσεις έργου, μερικής απασχόλησης, προγράμματα «Stage») δηλαδή τον ασφαλέστερο δρόμο επιστροφής στον πιο σκληρό και αποκρουστικό εργασιακό μεσαίωνα.
Που θα υπερασπίζεται τα κοινωνικά και εργασιακά δικαιώματα της «γενιάς των 700 €», το αυτονόητο δικαίωμά της για μόνιμη και σταθερή δουλειά, την απαίτησή της να δουλεύει για να ζει με αξιοπρέπεια σε ανθρώπινες και περιβαλλοντικά αναβαθμισμένες πόλεις και όχι να ζει για να δουλεύει ώσπου να πεθάνει.
Ο συγχρονισμός και η κοινή πορεία διαφορετικών δυνάμεων γύρω από μια τέτοια προγραμματική πρόταση απαντά με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στον νέο κοινωνικό ριζοσπαστισμό αλλά και στην ανάγκη να ενδυναμωθεί σε τοπικό και νομαρχιακό επίπεδο μια κοινωνικά διάχυτη, κομματικά ανένταχτη και πολιτικά υποεκπροσωπούμενη αυτοδιοικητική «αριστερά».
Ποιοι όμως και πόσοι σε κάθε Δήμο έχουν την πρόθεση ή διαθέτουν τη βούληση και κυρίως το σθένος να κινηθούν κόντρα στο ρεύμα της μακαριότητας που υπηρετεί η δική τους «μοναδική αλήθεια»;