26/8/08

ΟΧΙ ΣΤΗ ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΥΡΩΣΥΝΘΗΚΗ

Οι συνθήκες, τα συντάγματα, τα νομοθετικά κείμενα, δεν αποτελούν ουδέτερες και τεχνικές προσεγγίσεις διαπρεπών νομομαθών και εξειδικευμένων τεχνοκρατών. Συνιστούν την αποτύπωση στο θεσμικό εποικοδόμημα ενός συγκεκριμένου κοινωνικού συσχετισμού δύναμης. Κατά συνέπεια η έγκριση ή μη της Ευρωσυνθήκης είναι κοινωνικό και κεντρικό πολιτικό ζήτημα των καιρών μας, για το οποίο οι πολίτες και οι κοινωνίες οφείλουν να έχουν τον κυρίαρχο λόγο.Η Ευρωσυνθήκη αποτελεί τη νέα απόπειρα της οικονομικής και πολιτικής ολιγαρχίας της Ευρώπης, της κοινωνικής και πολιτικής Δεξιάς, να κατοχυρώσει συνταγματικά τα κυρίαρχα νεοφιλελεύθερα χαρακτηριστικά της Ε.Ε.
Αντί της δημοκρατικής ρύθμισης επιχειρείται η συνταγματοποίηση της αρχής της φιλελεύθερης «ρύθμισης» μετά τη ματαιωθείσα απόπειρα του Ευρωσυντάγματος, λόγω της δημοκρατικής απόρριψης από το γαλλικό και ολλανδικό λαό το 2005, Με διακηρυγμένο στόχο και πυρήνα της Ευρωσυνθήκης την οικοδόμηση μιας «άκρως ανταγωνιστικής κοινωνικής οικονομίας της αγοράς» και μέσω της πλήρους απελευθέρωσης της κίνησης κεφαλαίων, αγορών, υπηρεσιών, στις οποίες εντάσσονται ρητά βασικές κοινωνικές λειτουργίες όπως η Εκπαίδευση και η υγειονομική περίθαλψη, επιχειρείται η κατάργηση των δημοκρατικών ρυθμίσεων και του κοινωνικού ελέγχου που επέβαλε η πολιτική κοινωνία και η οποία ιστορικά έλαβε στην Ευρώπη τη μορφή του κοινωνικού κράτους δικαίου υπό σοσιαλδημοκρατική ηγεμονία.Μέσα από την κατίσχυση των αρχών της επιχειρηματικότητας και της ανταγωνιστικότητας οι δυνάμεις της αγοράς, η οικονομική και κοινωνική ολιγαρχία των χωρών της Ε.Ε., επιχειρούν τη διαρκή ανάπτυξη της καπιταλιστικής κερδοσκοπίας με βάση το δίπολο ιδιωτικοποιήσεις / προ-δημοκρατικές εργασιακές σχέσεις (flexicurity, πράσινη βίβλος για τον εκσυγχρονισμό της εργατικής νομοθεσίας κλπ) και ταυτόχρονα συνδράμουν την υπερδύναμη σε ιμπεριαλιστικές εγκληματικές επιθέσεις.
Η σημερινή ηγεσία της σοσιαλδημοκρατίας υιοθετώντας πλήρως τη γραμμή του σοσιαλφιλελευθερισμού από τη δεκαετία του ’90, αρνήθηκε τον ιστορικό της ρόλο για κοινωνική αλλαγή και ανατροπή των παραγωγικών σχέσεων με δημοκρατία και ανάπτυξη, αποδέχθηκε πλήρως την ηγεμονία του κεφαλαίου, νομοθέτησε υπέρ της κυριαρχίας των ολίγων σε βάρος των πολλών, συναίνεσε σε πολεμικές επιχειρήσεις και στη φαλκίδευση των πολιτικών ελευθεριών. Μεταβλήθηκε τελικά σε συστημική δύναμη του παγκόσμιου καπιταλισμού. Αυτή είναι και η ουσιαστική αιτία της κρίσης εκπροσώπησης που χαρακτηρίζει τα ευρωπαϊκά σοσιαλιστικά, σοσιαλδημοκρατικά και εργατικά κόμματα.Στη χώρα μας οι επιμέρους «μεταρρυθμιστικές» πολιτικές αποδόμησης του κοινωνικού κράτους και εκποίησης του εθνικού και δημόσιου πλούτου από την κυβέρνηση της Δεξιάς συνδέονται οργανικά με τις διαδικασίες νεοφιλελεύθερης ολοκλήρωσης της Ε.Ε. που στο θεσμικό εποικοδόμημα λαμβάνουν τη μορφή της Ευρωσυνθήκης.
Οι πολιτικές επιθέσεις της Ν.Δ. στα δημόσια αγαθά, στο κοινωνικό κράτος, στο ασφαλιστικό, τα εργασιακά δικαιώματα (ευελιξία, μερική απασχόληση, stage, γενιά των 400 ευρώ), στο δημόσιο σύστημα υγείας, η εκποίηση και παράδοση των υποδομών της χώρας (τηλεπικοινωνίες, ενέργεια, αερομεταφορές, λιμάνια) στο ξένο κεφάλαιο, οι διακηρυσσόμενες συνταγματικές εκτροπές (μετά την αποτυχία της αναθεώρησης του άρθρου 16 λόγω της δημοκρατικής αντίστασης του λαού, της πάλης του φοιτητικού και εκπαιδευτικού κινήματος) και συστηματικές επιχειρήσεις ιδιωτικοποίησης της παιδείας και ιδιαίτερα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, που βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη, αποτελούν όψεις της επιδρομής της Δεξιάς εναντίον του ελληνικού λαού.
Η ταξική και άνιση φορολογική πολιτική, η παγιωμένη εδώ και δεκαετίες εισοδηματική λιτότητα, η ακρίβεια λόγω της ασύστολης κερδοσκοπίας, η ασυδοσία του τραπεζικού κεφαλαίου, οι πολιτικές που οδηγούν στην υποβάθμιση του περιβάλλοντος ολοκληρώνουν την αντιλαϊκή, αντικοινωνική και αδιέξοδη στρατηγική του νεοφιλελευθερισμού που πρέπει άμεσα να ανατραπεί.Το περιεχόμενο των διατάξεων, η εξαιρετικά περίπλοκη διατύπωσή τους που δυσκολεύει ακόμη και ειδικούς, αλλά και ο εν κρυπτώ τρόπος που εισάγεται προς έγκριση, μακριά από τον «εχθρό λαό», αναδεικνύει αφενός την αντιδημοκρατική κατεύθυνση που έχει, αφετέρου την απώλεια της πολιτικής ηγεμονίας που αισθάνεται η ολιγαρχική, οικονομική και πολιτική ελίτ, τόσο στη χώρα μας, όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Πρόκειται ουσιαστικά για επίθεση της λογικής της «Κοινής Αγοράς» εναντίον της ιδέας της Ευρώπης.
Δεν είναι τυχαίο που τόσο τα ίδια τα όργανα της Ε.Ε. όσο και οι υποστηρικτές της ούτε φρόντισαν να ενημερωθούν οι Ευρωπαίοι πολίτες για το περιεχόμενο της Συνθήκης, ούτε εξηγούν τη θέση τους μετέχοντας στη δημόσια συζήτηση ώστε να ακουστεί κι ο αντίλογος.Ο Λαός, οι πολίτες, οι κοινωνίες στο σύνολό τους πρέπει να μετάσχουν δυναμικά στην κοινωνική αναμέτρηση, να αντισταθούν στο νεοφιλελευθερισμό, να αγωνιστούν στο παρόν για το μέλλον με στόχο μια κοινωνία ελευθερίας, ισότητας, ανθρωπιάς, αλληλεγγύης, δημοκρατίας.
Ο αγώνας αυτός μπορεί να γίνει νικηφόρος. Μαζί με τους βουλευτές του Κ.Κ.Ε. και του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., καλούμε και τους βουλευτές του ΠΑ.ΣΟ.Κ. να καταψηφίσουν την Ευρωσυνθήκη.Η νεοφιλελεύθερη μεταρρυθμιστική «νέα» ευρωπαϊκή συνθήκη πρέπει να αποδοκιμαστεί με δημοψήφισμα από τον ελληνικό λαό και τους άλλους λαούς της Ευρώπης.
Το κοινωνικό- δημοκρατικό κράτος στην Ελλάδα θα επιβιώσει και θα αναπτυχθεί μόνο στο πλαίσιο μιας δημοκρατικής και κοινωνικής Ευρώπης, μιας Ευρώπης που θα στηρίζεται στον πολιτισμό της।Από την πλευρά μας η απόρριψη αυτής της Ευρωσυνθήκης δεν αφορά στην ιδέα της ευρωπαϊκής ενότητας, της ειρηνικής συναδέλφωσης των Λαών και των Εθνών της Ευρώπης, της οποίας παραμένουμε θερμοί και αταλάντευτοι υπέρμαχοι.

ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΕΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΣΥΝΘΗΚΗ

10/7/08

ΚΟΝΤΡΑ ΣΤΟ ΡΕΥΜΑ ΤΗΣ "ΜΟΝΑΔΙΚΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ"

Καθώς ξεκίνησε ήδη η αντίστροφη μέτρηση για τις επόμενες Δημοτικές και Νομαρχιακές εκλογές, έντονες είναι οι κοινωνικές διεργασίες σε πολλές πόλεις της Δυτικής Αθήνας।
Η αναφορά σε διεργασίες που συντελούνται σε επίπεδο κοινωνικής βάσης και όχι ηγεσίας δεν είναι τυχαία. Αντικατοπτρίζει κατά τη γνώμη μου, την τεράστια απόσταση που χωρίζει τις κάθε λογής τοπικές «ηγεσίες» αλλά και προβεβλημένα «στελέχη» τους από τις πραγματικές ανάγκες και τις αγωνίες ενός ολόκληρου κόσμου που για την ώρα παρακολουθεί σιωπηλά την πορεία μετάλλαξης του θεσμού της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Ότι «οι πόλεις μας αλλάζουν» δεν επιδέχεται αμφισβήτησης. Προς πια όμως κατεύθυνση; Αν η υλοποίηση ορισμένων έργων υποδομής που εξελίσσονται και κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν μπορεί να αρνηθεί, αρκούσε από μόνη της για να σηματοδοτήσει την προοδευτική πορεία μιας πόλης, προσωπικά δεν θα είχα καμιά αντίρρηση να προσυπογράψω τα διαφημιστικά κλισέ των φωτιζόμενων επιγραφών ορισμένων Δημοτικών Αρχών. Η προοδευτική εξέλιξη μιας πόλης όμως δεν μπορεί ποτέ να είναι συμβατή με τη συντηρητική μετάλλαξή της. Η Ευρωπαϊκή ήπειρος - και όχι μόνον - είναι πλήρης από πόλεις με ολοκληρωμένες υποδομές και διαλυμένη κοινωνική συνοχή. Η «πρόοδος» ως αδιαπραγμάτευτο πρόταγμα κάθε σκεπτόμενου δημοκρατικού πολίτη είναι σχεδόν πάντοτε συνώνυμη με το ισχυρό κοινωνικό κράτος, τον περιορισμό των ταξικών ανισοτήτων, την ισότιμη ένταξη και το σεβασμό των δικαιωμάτων των μειονοτήτων, την περιβαλλοντική προστασία, την ενεργό συμμετοχή όλο και περισσότερων πολιτών εκεί που λαμβάνονται οι αποφάσεις.
Αν συντηρητικές Διοικήσεις και αντιλήψεις κυριαρχούν εδώ και χρόνια σε μια σειρά από Δήμους της Δυτικής Αθήνας δεν είναι τόσο λόγω της «ακτινοβολίας» των κατά τόπους Δημάρχων ή του «έργου» το οποίο έχουν επιτελέσει, αλλά κυρίως επειδή κατόρθωσαν να επιβάλλουν ιδεολογικά μια άλλη στάση ζωής που συνοψίζεται στο ρητό «μην ασχολείστε, φροντίζουμε εμείς για εσάς».
Μια πόλη χωρίς ουσιαστική διακίνηση ιδεών, χωρίς καν Δημοτική Βιβλιοθήκη (!!), χωρίς θεσμούς πραγματικής λαϊκής συμμετοχής είναι ουσιαστικά μια νεκρή πόλη. Σε μια τέτοια πόλη εκείνο που ακτινοβολεί είναι οι αξίες της «απόσυρσης», της ιδιώτευσης, του ατομικού «ονείρου», της αυταπάτης ότι κάποιοι, μακριά από εμάς, μπορούν πιο αποτελεσματικά να διαχειριστούν τις τύχες μας, χωρίς εμάς. Σε μια τέτοια πόλη, μια Δημοτική Αντιπολίτευση που εστιάζει λόγου χάρη την κριτική της στους «όρους δανεισμού» και όχι στην υπερχρέωση του Δήμου είναι παντελώς ακίνδυνη. Μια Αντιπολίτευση που αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στο «ριζοσπαστισμό» και τη «συναίνεση για το καλό της πόλης» είναι τόσο ενοχλητική όσο και μια Αντιπολίτευση που πασχίζει να δικαιώσει την ορθότητα του «ορθόδοξου» δόγματος «πέντε κόμματα, δύο πολιτικές».
Αυτό που σήμερα χρειάζεται μια πόλη δεν είναι η εμμονή σε πρακτικές και σε υποψηφιότητες προσώπων που παρά τον έντιμο και αξιοπρεπή τρόπο με τον οποίο πολιτεύθηκαν, δυστυχώς απέτυχαν να πείσουν. Δεν είναι ο αγώνας για μια «ρεβάνς» που μοιάζει πιο πολύ μ’ ένα «πουκάμισο αδειανό». Ούτε ασφαλώς εξυπηρετεί τίποτε η προβολή θεμιτών κατά τ’ άλλα φιλοδοξιών και η επίκληση φράσεων όπως «νέες εποχές» ή «ριζοσπαστικές αλλαγές» αν κανείς δεν προσδώσει σε αυτές συγκεκριμένο κοινωνικό, πολιτικό και ταξικό περιεχόμενο.
Πολιτική δε γίνεται ούτε με πείσματα, ούτε με απλά συνθήματα που μπορούν να υιοθετηθούν από τον οποιονδήποτε όσο αυτά παραμένουν ουδέτερα και άχρωμα.
Η πολιτική έχει πάντοτε χρώμα. Προϋποθέτει ρήξεις και συγκρούσεις και κυρίως απαιτεί ξεκάθαρες απαντήσεις σε υπαρκτά διλλήματα:
Είμαστε υπέρ της πλήρους ή της μερικής απασχόλησης;
Συμφωνούμε ή διαφωνούμε με την ιδιωτικοποίηση συγκεκριμένων τομέων της Αυτοδιοίκησης, όπως η καθαριότητα;
Αν συναινούμε σήμερα στο κλείσιμο των «ζημιογόνων» Δημοτικών Επιχειρήσεων, πώς αύριο θα αντιπαρατεθούμε πειστικά στο κλείσιμο ή το ξεπούλημα της «ζημιογόνας» Ολυμπιακής;
Είναι κινηματικό ή διακοσμητικό το περιεχόμενου που δίνουμε σε θεσμούς συμμετοχής των πολιτών όπως τα Δημοτικά Διαμερίσματα ή τα Τοπικά Συμβούλια Νέων;
Ποιο μοντέλο ανάπτυξης αντιπαραθέτουμε απέναντι σε μορφές «Σύμπραξης Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα» που παραπέμπουν σε πολιτισμικά γκέτο τύπου «Μπουρναζίου»;
Είναι πρόσκαιρη ή διαχρονική η αντίθεσή μας στους αποχαρακτηρισμούς κοινόχρηστων χώρων πρασίνου;
Από τις απαντήσεις σε τέτοιου, διλληματικού τύπου ερωτήματα προσδιορίζεται η στάση μιας σιωπηλής προοδευτικής πλειοψηφίας που αναζητά διέξοδο απ’ το «μονόδρομο» των συντηρητικών αντιλήψεων.
Εν τέλει, το πραγματικό διακύβευμα στις επόμενες Δημοτικές εκλογές δεν είναι απλώς η «νίκη» για να δικαιωθούν προσωπικές στρατηγικές αλλά η συγκρότηση μιας πειστικής εναλλακτικής πρότασης που θα συγκρούεται με τις νεοφιλελεύθερες αντιλήψεις κυριαρχίας της αγοράς στην πόλη, που θα επενδύει στην ανάπτυξη κοινωνικών κινημάτων, που θα υπερασπίζεται το δημόσιο χώρο και το δημόσιο και δωρεάν χαρακτήρα των κοινωνικών αγαθών, το δικαίωμα μα και την υποχρέωση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης να ισχυροποιεί καθημερινά το δικό της αποκεντρωμένο Δίκτυο Δημοτικής Κοινωνικής Πολιτικής.
Μια τέτοια προσέγγιση βέβαια προϋποθέτει υπέρβαση των σημερινών Δημοτικών «Παρατάξεων» και ανασύνθεση του χώρου της αυτοδιοικητικής Αριστεράς σε μια σειρά από Δήμους της Δυτικής Αθήνας. Αναγκαία και ικανή συνθήκη γι’ αυτό είναι η συμπόρευση και συνεργασία ευρύτερων αριστερών, ριζοσπαστικών και προοδευτικών δυνάμεων μέσα και κυρίως έξω από τις αίθουσες των Δημοτικών Συμβουλίων, στη βάση προγραμματικών συγκλίσεων για μια «άλλη», ριζικά «διαφορετική» πόλη που θα αμφισβητεί στην πράξη την κυριαρχία του «ιδιωτικού» πάνω σε κάθε τι «δημόσιο». Που θα αντιπαρατίθεται καθημερινά με το νέο-φιλελευθερισμό, με την ασυδοσία της αγοράς αλλά και κάθε «αγοραία» αξία που θυσιάζει στο βωμό των επιχειρηματικών υπερκερδών το δικαίωμα κάθε πολίτη όχι απλώς να επιβιώνει αλλά να ζει.
Που θα αρθρώνει οικολογικές δράσεις και πολιτικές απέναντι σε ένα συγκεκριμένο μοντέλο «ανάπτυξης» που αδιαφορεί για την διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και την καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος επειδή το μόνο για το οποίο ενδιαφέρεται είναι η συσσώρευση κερδών.
Που, ξεκινώντας από τις ίδιες τις Υπηρεσίες του Δήμου, θα αρνείται έμπρακτα τις λογικές «ευελιξίας της αγοράς» που πίσω από τα φληναφήματα περί «ευαλφάλειας» («flexicurity») εισάγουν τις λεγόμενες «ευέλικτες μορφές απασχόλησης», (Συμβάσεις έργου, μερικής απασχόλησης, προγράμματα «Stage») δηλαδή τον ασφαλέστερο δρόμο επιστροφής στον πιο σκληρό και αποκρουστικό εργασιακό μεσαίωνα.
Που θα υπερασπίζεται τα κοινωνικά και εργασιακά δικαιώματα της «γενιάς των 700 €», το αυτονόητο δικαίωμά της για μόνιμη και σταθερή δουλειά, την απαίτησή της να δουλεύει για να ζει με αξιοπρέπεια σε ανθρώπινες και περιβαλλοντικά αναβαθμισμένες πόλεις και όχι να ζει για να δουλεύει ώσπου να πεθάνει.
Ο συγχρονισμός και η κοινή πορεία διαφορετικών δυνάμεων γύρω από μια τέτοια προγραμματική πρόταση απαντά με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στον νέο κοινωνικό ριζοσπαστισμό αλλά και στην ανάγκη να ενδυναμωθεί σε τοπικό και νομαρχιακό επίπεδο μια κοινωνικά διάχυτη, κομματικά ανένταχτη και πολιτικά υποεκπροσωπούμενη αυτοδιοικητική «αριστερά».
Ποιοι όμως και πόσοι σε κάθε Δήμο έχουν την πρόθεση ή διαθέτουν τη βούληση και κυρίως το σθένος να κινηθούν κόντρα στο ρεύμα της μακαριότητας που υπηρετεί η δική τους «μοναδική αλήθεια»;